κάμψαι

κάμψαι
κάμπτω
kam̃p-as
aor imperat mid 2nd sg
κάμπτω
kam̃p-as
aor inf act
κάμψαῑ , κάμπτω
kam̃p-as
aor opt act 3rd sg
κάμψη
ebulus
fem nom/voc pl
κάμψᾱͅ , κάμψη
ebulus
fem dat sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Κάμψαι — Κάμψα basket fem nom/voc pl Κάμψᾱͅ , Κάμψα basket fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • cansar — (Del lat. campsare, doblar, volver < gr. kampto, plegar, cesar de hacer algo.) ► verbo transitivo/ pronominal 1 Causar cansancio un trabajo o un esfuerzo: ■ se cansa enseguida en su nuevo trabajo. SINÓNIMO fatigar 2 Causar una cosa disgusto o… …   Enciclopedia Universal

  • δίαυλος — (I) ο (ΑΝ) 1. στενή δίοδος, στενωπός, στενό 2. στενό που συνδέει δύο θάλασσες, πορθμός, μπουγάζι «οὗ δὴ στενὸν δίαυλον ᾤκισται πέτρας δεινὴ Χάρυβδις» (Ευρ. Τρωάδ.) νεοελλ. ναυτ. ελεύθερος χώρος ανάμεσα σε πεδία ναρκών αρχ. 1. αγώνισμα δρόμου… …   Dictionary of Greek

  • στήλη — Αναμνηστικό μνημείο, με νεκρικό συνήθως χαρακτήρα, μερικές όμως φορές και αναθηματικό, που αποτελείται από μια πέτρινη ή μαρμάρινη πλάκα τοποθετημένη πάνω σε βάση ή και στο έδαφος. Αρχαιότερα γνωστά μνημεία του είδους είναι εκείνα της… …   Dictionary of Greek

  • cansar — (Del lat. campsāre, doblar, volver, y este del gr. κάμψαι). 1. tr. Causar cansancio. U. t. c. prnl.) 2. Quitar fertilidad a la tierra, bien por la continuidad o la índole de la cosecha o bien por la clase de los abonos. U. t. c. prnl.) 3. Enfadar …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”